Σαν σήμερα, πριν από 10 χρόνια, γεννήθηκε μια ιδέα λίγο πιο ανατρεπτική και ιδιαίτερη από τις συνηθισμένες. Ίσως το πιο μαύρο και απαισιόδοξο project που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, το οποίο κατάφερε να αποκτήσει τη δική του θέση στο ελληνικό διαδίκτυο. Μια πρωτιά που, για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν μπορείς να τη χαρείς όπως θα ήθελες…
Κάτι που ξεκίνησε στο μυαλό μου ως αστείο και, μέσα από ένα πρόχειρα γραμμένο χαρτί, πήρε σάρκα και οστά. Ξεκίνησε δειλά δειλά το 2016, με σκοπό να καλύψει μια ανάγκη που δεν είναι και τόσο ευχάριστη και σίγουρα δεν μπορεί να την καλύψει κάποιος εν ζωή… 🙂
Αυτό, όμως, είναι μόνο η αφορμή.
Γιατί σήμερα, με αφορμή αυτά τα δέκα χρόνια, θέλω να διηγηθώ για πρώτη φορά την ιστορία της γνωριμίας μου με έναν πολύ ιδιαίτερο άνθρωπο. Ένα καταπληκτικό μυαλό στην επιστήμη των υπολογιστών. Ένα παιδί που, αν και τότε δεν το γνώριζα, θα γινόταν ένας από τους πιο ιδιαίτερους συνεργάτες που είχα ποτέ.
Το όνομά του είναι Γιώργος.
Και για να σας εξηγήσω γιατί θεωρώ τόσο ξεχωριστό αυτόν τον άνθρωπο, θα πρέπει να γυρίσω αρκετά πίσω στο χρόνο.
Πάμε λοιπόν πίσω στο Νοέμβριο του 2010… Ήταν μόλις 19 ετών όταν μου χτύπησε την πόρτα του γραφείου για να μου αφήσει ένα βιογραφικό του. Ακόμα θυμάμαι εκείνη την πρώτη μας συνάντηση. Πολύ ευγενικός, με μια συγκεκριμένη, γλυκιά, σχεδόν μηχανική φωνή, με παρακάλεσε να δω το βιογραφικό του και να τον πάρω στη δουλειά.
Το γραφείο μας δεν απασχολούσε ποτέ προσωπικό, παρά μόνο εξωτερικούς συνεργάτες και επαγγελματίες. Ο Γιώργος, από την άλλη, ήταν πολύ μικρός για να μπορέσω να τον φανταστώ ανάμεσα στους συνεργάτες μου. Και, για να είμαι ειλικρινής, οι γνώσεις που έγραφε στο βιογραφικό του μου φαίνονταν υπερβολικές για έναν άνθρωπο της ηλικίας του.
Θεώρησα ότι κάτι μου έκρυβε ή ότι, στην καλύτερη περίπτωση, τα είχε λίγο φουσκώσει.
Του είπα, λοιπόν, να αφήσει το βιογραφικό και ότι θα επικοινωνούσα εγώ μαζί του, αν κρίναμε πως θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε.
Εκείνη την ώρα ήμουν απασχολημένος και το άφησα στην άκρη.
Μερικές ώρες αργότερα, όμως, το έπιασα ξανά. Το διάβασα με περισσότερη προσοχή και σκέφτηκα κάτι πολύ απλό: Τι κι αν του έβαζα μια εργασία, για να δω τι πραγματικά μπορεί να κάνει; Εκεί θα φαινόταν αν όλα αυτά που έγραφε μπορούσε να τα αποδείξει στην πράξη…
Έτσι και έκανα.
Τον πήρα τηλέφωνο, του εξήγησα την ιδέα μου και εκείνος δέχθηκε αμέσως την πρόκληση.
Του ετοίμασα μια εργασία που είχα στο μυαλό μου και του την έστειλα γύρω στις δέκα το επόμενο πρωί. Θυμάμαι να του λέω ότι έχει μία εβδομάδα περιθώριο.
Γύρω στις τρεις το ίδιο μεσημέρι, είχα ήδη ένα email από τον Γιώργο.
Ένας φάκελος ZIP, συνοδευόμενος από ένα απλό μήνυμα:
«Συγγνώμη που καθυστέρησα, αλλά επειδή δεν έχω ίντερνετ στο σπίτι, αναγκάστηκα να πάω να το δουλέψω σε ένα internet cafe και το έστειλα από εκεί».
Κατέβασα αμέσως το αρχείο και το έτρεξα.
Τι να δω;
Λειτουργούσε καλύτερα απ’ ό,τι θα περίμενα. Καλύτερα, ενδεχομένως, κι από το να το υλοποιούσα εγώ ο ίδιος.
Σοκαρίστηκα…
Ξαναδιάβασα το μήνυμα. Εκείνο το σημείο που ζητούσε συγγνώμη για την καθυστέρηση, επειδή δεν είχε σύνδεση στο διαδίκτυο στο σπίτι του, μου είχε καρφωθεί στο μυαλό.
Πόσο άδικο, σκέφτηκα.
Την ίδια στιγμή τον κάλεσα στο τηλέφωνο.
«Έλα, σε παρακαλώ, από το γραφείο το συντομότερο».
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια συνεργασία που κράτησε παραπάνω από πέντε χρόνια, κάναμε μαζί δεκάδες projects, αμέτρητες ώρες δουλειάς, κουβέντας και παρέας σε ό,τι ζητήματα υπήρχαν.
Ο Γιώργος, είχε κάτι που δεν συναντάς εύκολα. Ένα μυαλό που λειτουργούσε με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Μπορούσε να βλέπει λύσεις εκεί που όλοι οι υπόλοιποι βλέπαμε αδιέξοδα.
Και όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι αυτό που είχα μπροστά μου δεν ήταν απλώς ένας καλός προγραμματιστής. Ήταν ένα πραγματικά σπάνιο ταλέντο.
Ο Γιώργος δεν είχε σπουδές στην πληροφορική. Η οικογένειά του αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και ο ίδιος αναγκαζόταν να κάνει διάφορες δουλειές για να βγάζει ένα χαρτζιλίκι. Άλλοτε δούλευε σε βενζινάδικο, άλλοτε ως ντελιβεράς, και κάποια βράδια έκανε και τον φωτογράφο σε γάμους.
Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπήρχε ένα άσβεστο πάθος για την πληροφορική.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν μου είπε πως έμαθε να γράφει PHP κώδικα κατεβάζοντας το manual της PHP μέσα από internet cafe. Μελετούσε όπου έβρισκε σύνδεση στο διαδίκτυο, γιατί στο σπίτι δεν είχε.
Είχε κάνει διάλεξη στο Κέντρο Πληροφορικής στη Φλώρινα για την ασφάλεια δικτύων όταν ήταν μόλις 15 ετών. Και στο ΕΠΑΛ, όταν είχε μάθημα πληροφορικής, πολλές φορές κατέληγε να κάνει εκείνος το μάθημα, αφού γνώριζε περισσότερα από τον καθηγητή του…
Παρόλα αυτά, οι γονείς του δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία σε όσα έκανε. Ίσως δεν μπορούσαν να καταλάβουν για το τι ήταν ικανός να κάνει πάνω στην επιστήμη των υπολογιστών. Ίσως και να ήθελαν να ασχοληθεί με κάτι πιο οικείο, κάτι πιο συνηθισμένο, κάτι που να μπορούσαν να κατανοήσουν καλύτερα.
Αυτό που μου έκανε εντύπωση με τον Γιώργο ήταν ότι παρόλο το νεαρό της ηλικίας του δεν είχε την τρέλα ενός δεκαεννιάχρονου. Ήταν σαν να ήξερε εξαρχής που θέλει να φτάσει. Δεν τον “τραβούσαν” τα συνηθισμένα πράγματα και συχνά δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον σε αυτά. Βαριόταν εύκολα και χρειαζόταν ένα κίνητρο, κάτι που θα του κέντριζε πραγματικά την περιέργεια για να φτάσει στον στόχο του.
Κι εγώ, από την άλλη, είχα πάθει πλάκα με τον τρόπο που έγραφε στο πληκτρολόγιο. Ήταν λες και έπαιζε πιάνο. Είχε τέτοια αρμονία στις κινήσεις του και σε συνδυασμό με την απίστευτη μνήμη στη σύνταξη του κώδικα ήταν ο Μότσαρτ του πληκτρολογίου….
Με αυτά που έβλεπα να κάνει, με τον τρόπο που σκεφτόταν, με το πόσο φυσικά μπορούσε να αντιμετωπίζει σύνθετα προβλήματα, πίστευα ότι είχα μπροστά μου ένα θαύμα της φύσης. Ένα αγνό παιδί που είχε στα χέρια του ένα τεράστιο όπλο: το μυαλό του.
Και όλα αυτά στη μικρή μας επαρχιακή πόλη. Τη Δράμα.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα περιστατικό που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ.
Κάποια στιγμή, είχα ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα σε μια πλατφόρμα ηλεκτρονικού εμπορίου, το osCommerce. Κάτι είχε πάει στραβά με τα ID των πελατών και, καθώς γίνονταν παραγγελίες, ένας πελάτης μπορούσε να βλέπει τις παραγγελίες κάποιου άλλου.
Όπως καταλαβαίνετε, αυτό ήταν τεράστιο ζήτημα.
Καθόμουν μπροστά στον υπολογιστή, κοιτούσα τη βάση δεδομένων μέσα από το phpMyAdmin και προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Έβλεπα τον κώδικα που διαχειριζόταν τις παραγγελίες, προσπαθούσα να εντοπίσω πού είχε δημιουργηθεί το πρόβλημα και από τι είχε προκληθεί.
Όσο κι αν έψαχνα, δεν μπορούσα να βρω άκρη.
Είχα πελαγώσει.
Θυμάμαι ότι τον πήρα τηλέφωνο για να δω πού βρισκόταν και αν μπορούσε να βοηθήσει. Μου απάντησε ότι εκείνη την ώρα δούλευε σε ένα snack bar και έπρεπε να παραδώσει με το μηχανάκι κάποιες παραγγελίες. Μου είπε πως, αν είχε κάποια παραγγελία προς την περιοχή μου, θα σταματούσε για λίγο να τα λέγαμε και να ακούσει από κοντά το πρόβλημα.
Κλείσαμε το τηλέφωνο κι εγώ βυθίστηκα ξανά στο πρόβλημα μου που στο μυαλό μου έμοιαζε άλυτο….
Τι θα έκανα;
Περίπου είκοσι λεπτά αργότερα, τον είδα να σταματάει έξω από το γραφείο. Με τα γάντια και το κράνος του.
Μπήκε μέσα, είδα τη λάμψη στα μάτια του…. Του είχε κεντρίσει τόσο πολύ το ενδιαφέρον, που δεν μπορούσε να περιμένει.
«Δημήτρη, μπορώ να καθίσω λίγο στον υπολογιστή;»
«Φυσικά», του απάντησα.
Δεν μπορούσα, όμως, να διανοηθώ ότι θα επιχειρούσε πραγματικά να δώσει λύση.
Ξαφνικά, μου είπε:
«Θέλω λίγο ησυχία τώρα».
Και ξεκίνησε.
Με το κράνος ακόμη μισοφορεμένο, κάθισε μπροστά στον υπολογιστή μου και άρχισε να γράφει στο πληκτρολόγιο με τον δικό του, ξεχωριστό τρόπο.
Τον παρακολουθούσα χωρίς να καταλαβαίνω τι ακριβώς προσπαθούσε να κάνει.
Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά είχε γράψει ένα script.
Το είχε ονομάσει fix_ids.php.
Ακόμα το θυμάμαι.
Γύρισε και μου είπε:
«Δημήτρη, δεν μπορώ να το ελέγξω τώρα, γιατί πρέπει να επιστρέψω στο snack bar. Τρέξ’ το μόλις μπορέσεις και πες μου, σε παρακαλώ, τι θα γίνει».
Θυμάμαι να τον κοιτάζω και να τον ρωτάω:
«Είσαι σίγουρος; Μήπως γίνει κάτι χειρότερο;»
«Όχι», μου είπε. «Θα εντοπίσει τα λάθη και θα προσπαθήσει να τα διορθώσει».
Και έφυγε.
Ξέρω ότι ακούγεται σαν σενάριο ταινίας, αλλά έτσι ακριβώς έγινε.
Έμεινα για λίγα λεπτά μπροστά στο πληκτρολόγιο, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι είχε μόλις συμβεί. Πώς ήταν δυνατόν να έχει γράψει μέσα σε δεκαπέντε λεπτά κάτι τέτοιο;
Τελικά σκέφτηκα: τι έχω να χάσω; Τα πράγματα ήταν ήδη δραματικά.
Και το έτρεξα.
Το script μού εμφάνισε τις εγγραφές που είχε εντοπίσει και με ρώτησε αν ήθελα να προχωρήσω στη διόρθωσή τους πατώντας ΟΚ.
Πάτησα.
Και το πρόβλημα λύθηκε….
Όσες φορές κι αν το διηγηθώ, δεν θα πάψω να ενθουσιάζομαι όπως την πρώτη φορά.
Αυτός ήταν ο Γιώργος.
Ένα πραγματικό ταλέντο. Μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου που είχα την τύχη να συναντήσω από κοντά.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά τα ξενύχτια, τις συζητήσεις, τις ιδέες και τα προβλήματα που λύναμε, γεννήθηκε και το project που συμπληρώνει σήμερα δέκα χρόνια ζωής.
Μέσα σε εκείνο το μικρό δωμάτιο του σπιτιού του, τον υπολογιστή του και το μυαλό του που δεν σταματούσε να δουλεύει, εγώ του περιέγραφα την ιδέα μου κι εκείνος άρχιζε να γράφει με ενθουσιασμό.
«Wow, έχει πολύ ενδιαφέρον!» μου έλεγε.
Έτσι δημιουργήθηκε το KIDIOXARTO.GR..
Ο σκοπός του ήταν και παραμένει απλός. Να μπορεί κάποιος να δημιουργήσει δωρεάν, κούφια η ώρα, ένα κηδειόχαρτο ή, αλλιώς, ένα αναγγελτήριο κηδείας για ένα προσφιλές του πρόσωπο.
Μια ανάγκη που κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει, αλλά υπάρχει.
Και σήμερα, δέκα χρόνια μετά μπορεί κανείς να το βρει με μια απλή αναζήτηση και να το χρησιμοποιήσει χωρίς χρέωση..
Όσο για τον Γιώργο, από το 2016 βρίσκεται στο Λονδίνο, όπου διαπρέπει στον χώρο του. Έχει εργαστεί σε πολύ μεγάλες εταιρείες και προσπαθεί να κανει τα όνειρά του πραγματικότητα.
Και είμαι πραγματικά ήσυχος, κατά μία έννοια, γνωρίζοντας ότι πήρε τη θέση που του άξιζε επαγγελματικά.
Θα μπορούσα να γράφω ώρες για όσα είδα και έζησα δίπλα του. Δεν θα κουράσω άλλο όμως. Θα πω μόνο ότι είναι το μεγαλύτερο ταλέντο στον προγραμματισμό που έχω γνωρίσει προσωπικά.
Ένας αυτοδίδακτος προγραμματιστής που, όπως λέμε κι εμείς οι Δραμινοί, έκανε παπάδες.
Κι εγώ αισθάνομαι τυχερός που κάποιους από τους παπάδες του είχα την ευκαιρία να τους δω και να τους ζήσω από κοντά.
Η διαδρομή του δεν ήταν εύκολη. Πέρασε μέσα από πολλές δυσκολίες και δεν ξέρω αν όλα όσα έζησε τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να είχε φτάσει ακόμη πιο μακριά, αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Ξέρω μόνο πως, όταν συναντάς έναν τέτοιο άνθρωπο, δεν μπορείς να μη σκεφτείς πόσα ταλέντα μπορεί να υπάρχουν εκεί έξω, που απλώς δεν είχαν την ευκαιρία να τα ανακαλύψει κανείς.
Πρόσφατα μιλήσαμε ξανά και είπαμε ότι μέσα στον επόμενο μήνα θα συναντηθούμε από κοντά αφού θα έρθει και πάλι Ελλάδα.
Του εύχομαι υγεία πρωτίστως αλλά και να φτάσει όσο ψηλότερα μπορεί και θέλει.
Να συνεχίσει να κάνει αυτό που αγαπά και να βλέπει τα όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα.